Γ. Λογοθέτη,
                        Μίκης Θεοδωράκης
                        Θρησκεία μου  είναι η Ελλάδα
 
Εκδόσεις, «Άγκυρα»
Αθήνα, 2004
 


Όσοι αγαπούν το Μίκη, ξέρουν τη ζωή του και δε χάνουν καμιά συνέντευξή του ίσως δεν έχουν να βρουν πολλά νέα στοιχεία , κυρίως για την περίοδο 1940-74. Θα χαρούν όμως ξανά το ζεστό λόγο του, τη βαθιά  και πάντα νεανική σκέψη του, τη γεμάτη αγώνα και όνειρο ζωή του, ένα πλήθος φωτογραφιών, που  σημάδεψαν μέσα  στο χρόνο σημαντικές στιγμές αυτής της ζωής   και τις  απεικονίζουν. Κύρια όμως θα έχουν ένα κείμενο που, χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη, καταφέρνει να του δώσει με χαρακτηριστική συντομία  σημαντικές στιγμές των τελευταίων 60 χρόνων της ιστορίας της πατρίδας μας, μιας εποχής στην οποία  ο Θεοδωράκης δεν ήταν απλός, αδρανής,  περαστικός διαβάτης…..
Αυτές τις στιγμές και την εποχή θα γνωρίσουν   και όσοι ξέρουν το Μίκη   κυρίως ως  καλλιτέχνη δημιουργό, όχι όμως τόσο καλά ως ενεργό πολίτη , αγωνιστή, άνθρωπο.
 
  Το   βιβλίο  έχει την εξής δομή :

Α. Ένα  εισαγωγικό μέρος, που το  καλύπτουν τα παρακάτω κείμενα:
Προλογικό σημείωμα από το Μίκη Θεοδωράκη, Γεια σου Μίκη , ποίημα από την κινέζα ελληνίστρια και ποιήτρια Σιου Κάι, Προλογικά, του Χρ. Τσολάκη , Το μεγάλο ταξίδι, του Γιώργου Λογοθέτη και «Διάλογοι με τον Καζαντζάκη».
 
Β΄. Έξι  Μέρη  με τους τίτλους που ακολουθούν  :
Πρώτο: Ταμένος στο Χρέος
Δεύτερο: Κατοχή –Αντίσταση – Εμφύλιος
Τρίτο: Πολιτιστική Επανάσταση
Τέταρτο: Δικτατορία
Πέμπτο: Μεταπολίτευση
Έκτο : Μαρτυρίες και
 
Γ΄. Επίλογος .
 
 Το βιβλίο συνοδεύεται και από ένα σχετικό με  το θέμα και την εποχή DVD.
 
O Συγγραφέας του   Γ. Λογοθέτης έχει μια ιδιαίτερη σχέση με το Μ. Θεοδωράκη   και σ’ αυτήν αναφέρεται   στις πρώτες σελίδες του   πρώτου μέρους.  Ένα τραγούδι του Θεοδωράκη, το «Βράχο, βράχο τον καημό μου….» , που τον συγκίνησε τότε που 16χρονο αγόρι άφηνε  το νησί του, το Σεπτέμβρη του1962, και ξεκινούσε για το δικό του ταξίδι, τη δική του προσωπική περιπέτεια, μια παράσταση στο θέατρο Καλουτά, εκείνη της λαϊκής Τραγωδίας του Μίκη Θεοδωράκη «Το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού», και τέλος η συνάντησή τους στη Στοκχόλμη, συνάντηση που τον γέμισε με ενθουσιασμό για τον αντιδικτατορικό αγώνα  είναι οι τρεις στιγμές που καθόρισαν τη σχέση τους και στάθηκαν αρχή για μια φιλία και ένα μακρινό ταξίδι….
 
Από το εισαγωγικό  μέρος ξεχωρίζω   το κείμενο Προλογικά, του Χρ. Τσολάκη, ο οποίος με τη  βαθιά γνώση   της ελληνικής λογοτεχνίας (αρχαίας και νέας) καθορίζει με ακρίβεια τη θέση του Θεοδωράκη ανάμεσα στους μεγάλους δημιουργούς της ελληνικής τέχνης του λόγου και προβάλλει τα δυο βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του: έρωτα  ελευθερίας και αίσθημα ευθύνης. 
                                                                              
Διαβάζοντας  λοιπόν, αυτό το βιβλίο-Λεύκωμα   παρακολουθούμε τη ζωή του Θεοδωράκη μέσα από και παράλληλα με την ιστορία  της πατρίδας μας, από το 1940 μέχρι σήμερα.   
Α΄ μέρος: Ταμένος στο Χρέος
Στην Τρίπολη, 1940, το πάθος για τη  Μουσική, που είχε ανάψει παλιότερα στο Αργοστόλι, «τον κρατάει άγρυπνο νύχτες ολάκερες» κι αρχίζει να μελετάει πιάνο. Στην Τρίπολη πρωτομίλησε μέσα του και η οικογενειακή παράδοση για το ΧΡΕΟΣ. 15χρονο αγόρι με την κήρυξη του πολέμου φεύγει για το μέτωπο. Το εγχείρημα όμως είχε άδοξο τέλος, αφού, με παρέμβαση του πατέρα του, τον γυρίζουν πίσω. Στην ίδια πόλη μαθαίνει  για την ίδρυση του ΕΑΜ, έπειτα του ΕΛΑΣ και καταλαβαίνει ότι η συμμετοχή του στην Αντίσταση «είναι γι’ αυτόν μονόδρομος». Εκεί  γνώρισε και τα πρώτα βασανιστήρια για αντιστασιακή συμπεριφορά του και,  όταν αντίκρισε  10 πατριώτες κρεμασμένους από τους Γερμανούς, αισθάνθηκε πως το να πολεμήσει γι’ αυτούς  και για όσους άλλους θυσιάζονται για την πατρίδα ήταν το ΧΡΕΟΣ του  στη ζωή.
 
Β΄ μέρος: Κατοχή –Αντίσταση – Εμφύλιος
Στην Αθήνα το 1943, οργανώνεται στην ΕΠΟΝ. Στο Μπλόκο της Κοκκινιάς αντιμετωπίζει το μασκοφόρο συνεργάτη των Γερμανών   και το 1944, όταν  τολμάει να διαφωνήσει με τη γραμμή του Κόμματος για τη στάση που τους  υποδείκνυε  να κρατήσουν  απέναντι στους Εγγλέζους,  εισπράττει    καταδίκη σε θάνατο.
 Αλλά  αυτός, αγνοώντας την,  συνεχίζει τον αγώνα, πολεμάει στα Δεκεμβριανά , γιατί «τον καλούν οι σκοτωμένοι και οι πληγωμένοι σύντροφοί του», τον καλεί το ΧΡΕΟΣ.  Και για τα Δεκεμβριανά θα πει  : «Τα Δεκεμβριανά στάθηκαν για μένα  από τις πιο ηρωικές σελίδες του αγώνα για την ελευθερία μας. Αν υπήρχε επιτύμβιο επίγραμμα – κατά το Αισχύλειο – που θα επιθυμούσα να γραφεί  στον τάφο μου, θα ήταν : Πολέμησε τον Δεκέμβρη….» (σελ. 55).
Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας και βλέποντας τη στάση του Κράτους  απέναντι στους αριστερούς δηλώνει στον πατέρα του με αποφασιστικότητα: «Από σήμερα ξεθάβω το όπλο μου…».(σελ. 57).
Η προδοσία εις βάρος του Άρη Βελουχιώτη και ο άδικος  θάνατός του  συγκλονίζουν  το Μίκη, που εκτιμά ότι: «Ο Άρης στη φαντασία του λαού έγινε θρύλος! έγινε βουνό, ποτάμι, αέρας που θα φυσάει πάντα στα αντάρτικα λημέρια».(σελ 60).
Τον  Εμφύλιο,  που ακολούθησε, ο Θεοδωράκης τον χαρακτήρισε ως «τη μεγαλύτερη τραγωδία  στην  Ιστορία του Ελληνισμού» και σε όλη του τη ζωή θα παλέψει  για την Εθνική Συμφιλίωση, για την επούλωση της πληγής. Στη  σελ. 62 διαβάζουμε την πιο απλή και καθαρή διατύπωση του δικού μας εμφύλιου σπαραγμού: 
«Ο Εμφύλιος είναι σαν να ταξιδεύεις σε ένα λεωφορείο, που οι μισοί επιβάτες είναι θανάσιμοι εχθροί σου∙ είναι θανάσιμοι εχθροί   χωρίς να έχουν κάποιο σημάδι να τους αναγνωρίζεις. Μιλούν ελληνικά σαν και  σένα, είναι Έλληνες όπως κι εσύ. Όμως εσύ για κείνους είσαι πουλημένος στους Βουλγάρους κι αυτοί για σένα είναι πουλημένοι στο θρόνο, στη Φρειδερίκη, στους Αμερικάνους. Έτσι, στον Εμφύλιο δεν υπάρχουν πατριώτες, αφού οι μισοί για τους άλλους μισούς είναι όργανα ξένης δύναμης. Γι’ αυτό και οι μεν είναι πεπεισμένοι πως για το καλό της Πατρίδας πρέπει να εξολοθρεύσουν τους άλλους…».
 Και στη σελ. 75 διαβάζουμε τη δική του θέση, τη δική του απόφαση για τη στάση του απέναντι στον Εμφύλιο, στάση  για την οποία πάλεψε μια ζωή: «Έταξα,  μοναδική αποστολή στον εαυτό μου, να κλείσω την πληγή που άνοιξε ο Εμφύλιος, με σύμβολο τη Μακρόνησο πάνω στο κορμί της πατρίδος μου. Αλλιώς δε θα μπορούσα να ζήσω. Δεν ήταν  μόνο μια πολιτική ένταξη. Ήταν μια υπαρξιακή  επιταγή. Μια υπόθεση ζωής και θανάτου…».
            Κι όταν αργότερα στο Παρίσι με το μουσικό του έργο προβάλλει την ενότητα και  αντιμετωπίζει την απορία και  την άρνηση των συντρόφων του, απαντάει: «Πέσαμε στην παγίδα των ξένων που μας έβαλαν να αλληλοσφαγούμε….Οι πλούσιοι δεν πολέμησαν στα βουνά. Παιδιά του λαού από τη μια μεριά, παιδιά του λαού από την άλλη.»(σελ.81).
 Συγκλονιστικές είναι στο μέρος αυτό οι αφηγήσεις του για την εξορία στην Ικαρία, για τα βασανιστήρια στη Μακρόνησο. «Η Μακρόνησος ήταν ο Τρόμος …Ο Τρόμος των βασανισμένων που τους έβρισκες το πρωί κρεμασμένους  στα συρματοπλέγματα….» σημειώνει ο ίδιος (σελ. 68).  Και λίγο παρακάτω, σε απόσπασμα   από    το αυτοβιογραφικό βιβλίο του ,  Οι δρόμοι του Αρχάγγελου, διαβάζουμε: «Στη Μακρόνησο έχουν πεθάνει οι μύθοι και οι θεοί. Έχει πεθάνει και αυτό που εσύ γνώριζες σαν άνθρωπο. Στα χέρια τους γίνεσαι σκουλήκι και αυτοί από πάνω σου γύπες, σκορπιοί και ύαινες.
            Ο χτεσινός σύντροφός σου γίνεται βασανιστής,  σε χτυπά και σε φωνάζει:
«Γιατί, ρε πούστη, επιμένεις; Είσαι καλύτερος από μένα που έσπασα και υπόγραψα; Θα σπάσεις και εσύ!» (σελ.68).
  
Αλλά από τούτες τις φρικτές μνήμες και από  τους ήχους της φουρτουνιασμένης θάλασσας και των ουρλιαχτών των συντρόφων που  βασανίζονταν, ήχους που κουβαλούσε μέσα του, φυτρώνουν άνθη, άνθη μουσικά. Στο Παρίσι, στην περίοδο 1955-1958, οι ηχητικές μνήμες της εποχής εκείνης καταγράφονται, μετουσιώνονται σε μουσική. Είναι καταπληκτική η σελίδα 74, όπου ο Θεοδωράκης μας  οδηγεί σε μια σπουδή των ήχων, της ποιότητας και της διαφοράς τους.
 
Γ΄ μέρος : Πολιτιστική Επανάσταση.
Ο Μίκης Θεοδωράκης το 1954 φεύγει με υποτροφία για το Παρίσι, σε μια  προσπάθεια να ξεχάσει, να σωθεί  από την κόλαση των αναμνήσεων της Κατοχής και του Εμφύλιου.  Σπουδές  και δουλειά πολλή χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή της ζωής του. Γίνεται γνωστός και, ενώ θα μπορούσε να έχει μια λαμπρή καριέρα στο εξωτερικό, ο ίδιος έχει στραμμένο το βλέμμα στην πατρίδα. Το κάλεσμα έρχεται από τον Γιάννη  Ρίτσο  που του στέλνει τον Επιτάφιο και ο Θεοδωράκης απαντάει άμεσα με τη μελοποίηση του ποιήματος (το οποίο αναφέρεται στο ματωμένο Μάη του 1936, στη Θεσσαλονίκη).
 
Αργότερα, 22 Μαΐου 1963 η δολοφονία του Λαμπράκη τον συγκλονίζει. Άμεσα ιδρύεται η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, «η άλλη Αριστερά, η πρώτη αντιδογματική, γνήσια δημοκρατική Αριστερά στην Ευρώπη», θα πει ο Θεοδωράκης, (σελ.83). Και τότε γεννιέται ένα πολιτιστικό κίνημα, μια Πολιτιστική Επανάσταση στην Ελλάδα. Ψυχή  της  ο Θεοδωράκης. Όπλο  της  ο ενθουσιασμός των νέων και  το τραγούδι,  που γίνεται ιστορική μνήμη, και στόχος της η κοινωνικοπολιτική αλλαγή. 
Η Ελλάδα σε όλες τις γωνιές της πάλλεται στο ρυθμό της Πολιτιστικής Επανάστασης και η αντίδραση αρχίζει τις διώξεις. Πολεμάει τις εκδηλώσεις Αλλά το χαρακτήρα του αγώνα και τη δικαίωσή του  τη διατυπώνει συμβολικά και εύστοχα   ένας συνταγματάρχης στη Βέροια: « Κύριε Θεοδωράκη, μη φοβάστε! Εσείς είστε μια ιδέα, και η ιδέα είναι σαν καρφί. Όσο το χτυπάνε, τόσο πιο βαθιά μπαίνει στον τοίχο….!(σελ. 85) .
Το πολιτικό μανιφέστο  (σελ. 84)  για την πολιτιστική Επανάσταση είναι αποκαλυπτικό  των στόχων και των επιδιώξεων αλλά και του  ονειρικού, του  δονκιχωτικό χαρακτήρα του Μίκη.
Τα γεγονότα του ’65, ο θάνατος του Σωτήρη Πέτρουλα, η καταγγελία του  Θεοδωράκη ότι ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Λαμπράκη είναι το παλάτι και ειδικά η Φρειδερίκης  είναι άλλες αναφορές αυτού του κεφαλαίου.
Παράλληλα γίνεται αναφορά και ιστορικός και κριτικός σχολιασμός στα έργα αυτής της περιόδου : Το Άξιον Εστί (1964), η Ρωμιοσύνη (1966), το Μαουτχάουζεν (1966) .  
Το κεφάλαιο κλείνει με το κείμενο του Σταύρου Κουγιουμτζή:  «Η κοσμογονία του Μίκη Θεοδωράκη,  (σελ. 94),  που αποτελεί προσπάθεια ερμηνείας του φαινομένου Θεοδωράκη, που τελικά ηχεί ως ύμνος  γι’ αυτόν.
 
Δ΄ μέρος:   Δικτατορία  
Καινούργιος κύκλος δοκιμασιών και Αντίστασης για το Θεοδωράκη, που από την πρώτη κιόλας μέρα  μιλάει στο λαό και στη διεθνή κοινή γνώμη με κείμενα που καλούν σε Αντίσταση. «Ο Φασισμός χτύπησε την πατρίδα» λέει στο πρώτο και καλεί το λαό σε οργάνωση αντίστασης (σελ.98).
«Στη χώρα που γεννήθηκε η δημοκρατία πεθαίνουν οι τύραννοι» λέει με αισιοδοξία στο μήνυμά του προς  τους ξένους.(σελ.99).
Η ίδρυση του ΠΑΜ, η σύλληψή του ίδιου και των συντρόφων του, η κράτησή του  στην Ασφάλεια, στο υπόγειο κρατητήριο – βασανιστήριο ή κολαστήριο της  οδού  Μπουμπουλίνας, η εξορία του στη Ζάτουνα της Αρκαδίας,  η φυλάκισή του στις φυλακές του Ωρωπού,   η  αρρώστια του και η επιχείρηση διάσωσής του από τον Σρεμπέρ, γάλλο πολιτικό και δημοσιογράφο,  η φυγή του στο εξωτερικό, ο αγώνας του εκεί να κάνει γνωστό το ελληνικό θέμα στον κόσμο όλο και να ξεσηκώσει τη διεθνή κοινή γνώμη εναντίον των δικτατόρων, ο αγώνας του με όπλο το λόγο και το τραγούδι είναι  το θέματα που  παρακολουθούμε κύρια με την αφήγηση του Θεοδωράκη , ο Λογοθέτης  παραμερίζει  ευγενικά…και  σημειώνει:
«Την περίοδο της εξορίας του στο εξωτερικό, ο Μ. Θεοδωράκης  πραγματοποίησε χιλιάδες συναυλίες που συνοδεύονταν από συνεντεύξεις σε εφημερίδες, ραδιόφωνα, συγκεντρώσεις και εμφανίσεις στην τηλεόραση εναντίον της  Χούντας σχεδόν  σ’ ολόκληρο τον κόσμο...»  (σελ.116).
Ξεχωρίζω τα κεφάλαια: Λύση Καραμανλή (σελ.131) και Διάλογοι με τον Αλέκο Παναγούλη,( σελ.137-8). 
Το πρώτο, για το πολιτικό του θάρρος και την απόφασή του άλλη μια φορά να ενεργήσει με γνώμονα τη Καθήκον, και για την εύστοχή απάντησή του – παρατήρηση προς τον Καραμανλή: «Σας φορτώθηκα στην πλάτη μου όπως ο Ιησούς τον Σταυρό». 
Το δεύτερο, γιατί είναι ένα πραγματικό ρεσιτάλ λόγου / διαλόγου δυο αγωνιστών με βαθιά γνώση της πραγματικότητας και του τρόπου με τον οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί, ένα ρεσιτάλ λόγου που κινείται ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα , την ποίηση και το τραγούδι, ενός λόγου που σε γεμίζει «ευδαιμονία» ,  όπως παρατηρεί ο Γ. Λογοθέτης.
 Ε΄ μέρος:   Μεταπολίτευση.


Με την πτώση της χούντας ο Θεοδωράκης επιστρέφει αμέσως  στην Ελλάδα.  Ο αγώνας  για το όραμά του, την Εθνική  Συμφιλίωση, αλλά και για την πολιτιστική ανάπτυξη, την ειρήνη και τη συνεργασία των λαών συνεχίζεται, το  μετερίζι μόνο  είναι άλλο , είναι η πολιτική. Ο μουσικός Θεοδωράκης  υποχωρεί μπροστά στον πολιτικό Θεοδωράκη. Ο πολιτικός Θεοδωράκης καταφεύγει στη μουσική κάθε  που τον απογοητεύει η πολιτική και δεν  
είναι λίγες οι φορές που συμβαίνει αυτό. Κι ενώ αυτό  για κείνον είναι πίκρα, για μας είναι «ευλογία»,  γιατί  η καταφυγή του στη μουσική δίνει  μουσικά έργα διαμάντια,  ανοίγει άλλους δρόμους επικοινωνίας με το λαό. 
Και στο χώρο της πολιτικής βέβαια είναι ρηξικέλευθος και πρωτοπόρος και  οι προτάσεις / θέσεις του ξεπερνούν  τα στενά κομματικά πλαίσια, γιατί γνώμονά του έχει το καλό της πατρίδας και μπροστά σ’ αυτό δεν υπολογίζει τις αντιδράσεις  και το χλευασμό των συντρόφων  του. Και τις ξέρει  και τις περιμένει τις αντιδράσεις, την πολιτική εκμετάλλευση, αλλά γι’ αυτόν μετράει μόνο αυτό που έλεγε η συνείδησή του. Αποκαλυπτική η ομολογία του για την περίπτωση  της  πολιτικής στήριξης που πρόσφερε στο Μητσοτάκη:
«Η Ν.Δ. με εκμεταλλεύτηκε πολιτικά για να καταλάβει  την εξουσία και οι εξελίξεις  απέδειξαν  ότι για μια ακόμη φορά  στη ζωή μου εξαπατήθηκα. Ότι ήμουν όμηρος, όπως παλιότερα με την Αριστερά. Όμως αυτό ήταν κυρίως δικό τους πρόβλημα. Εγώ απλά ακολούθησα τη φωνή της συνείδησής  μου….» (σελ. 173).
Κι όταν οι σύντροφοί του αναρωτιούνται: Πώς είναι δυνατόν ο δικός μας ο Μίκης να συνεργάζεται με τη δεξιά;…. η απάντησή του είναι σαφέστατη:
«Θρησκεία μου είναι η Ελλάδα, και για το καλό της Ελλάδας οφείλω να είμαι γενναιόδωρος: οι πράξεις μου δεν καθορίζονται  από τη μικροπολιτική των κομμάτων, αλλά από το γενικότερο καλό της χώρας μου…αυτό έκανα πάντα, αυτό κάνω και τώρα….» (σελ. 173).
Οι απογοητεύσεις και η πίκρα στην πατρίδα από τη μια, η διεθνής αναγνώριση  και η αγάπη  του κόσμου από την άλλη είναι τα γνωρίσματα της ζωής του την περίοδο της Μεταπολίτευσης..
  Η ανάμειξή του στην πολιτική, η εκλογή του ως βουλευτή, η παρουσία του στη Βουλή, η «αδυναμία»  να  λειτουργήσει ως υπουργός στον τομέα του, η απογοήτευσή του από την πολιτική και η στροφή του πάλι στο λαό, οι μουσικές εμφανίσεις του σε όλο τον κόσμο, η αίσθηση της μοναξιά που τον συνοδεύει, ο θάνατος του αδερφού του , ο αγώνας του για την ειρήνη  και τη συναδέλφωση των λαών είναι τα θέματα   σ’ αυτό το μέρος, το οποίο  έχει   στοιχεία πολύ ενδιαφέροντα και σημαντικά:
            α) Οι περισσότερες πληροφορίες που καταχωρίζονται είναι προσωπική μαρτυρία / κατάθεση  του Γ. Λογοθέτη, που  έζησε  στο πλευρό του Θεοδωράκη  μαζί του το όραμά του, τον αγώνα του, τις απογοητεύσεις στην πολιτική αλλά και τις καλλιτεχνικές του  εξάρσεις. 
 
β)  Τα κείμενα του Θεοδωράκη είναι εξομολογητικού χαρακτήρα και μας βοηθούν να καταλάβουμε τη στάση του, να εκτιμήσουμε τον άνθρωπο  και τους ανθρώπους γύρω του. Για παράδειγμα:
 Για τις σχέσεις του με το Κ.Κ.Ε λέει:
  Με το Κ.Κ.Ε με συνέδεαν οι κοινοί  μας εχθροί, αλλά με χώριζαν η αντίθεση με την ηγεσία και η βεβαιότητα ότι και το Κ.Κ.Ε, όταν θα πάψει να είναι κόμμα των μαρτύρων και των θυσιών και γίνει κόμμα εξουσίας, θα αναπαράγει τις ίδιες μορφές βίας εναντίον των οποίων πάλευε τότε. Και αυτό χωρίς  τότε να  γνωρίζω τίποτα για τις διώξεις  εναντίον των αγωνιστών, τις εξοντώσεις  στελεχών και μαχητών (σελ.159).
 
Κι όταν,  μετά την  απογοήτευσή  του στην πολιτική, ξεκίνησε  μια δεύτερη πολιτιστική επανάσταση  και ήρθε  στην επαρχία,   ξεδίπλωσε στις συζητήσεις του με το λαό  τις θέσεις του για το τραγούδι, την κουλτούρα, την ελευθερία, το ρόλο της μουσικής:


Στη σελ. 147 διαβάζουμε:
«…..Σήκωσα τα βάρη του διχασμού. Όμως για την αναγέννηση της Πατρίδας είμαι έτοιμος να δώσω το χέρι και να ξεχάσω για πάντα τα απάνθρωπα μαρτύρια και τις εξορίες……»
Βέροια, 9-3-1976:  «Επέλεξα  εν γνώσει μου να παίξω τον ρόλο του ελεύθερου σκοπευτή. Φαινομενικά είμαι για μια ακόμη φορά μόνος. Όμως μέσα μου νιώθω ότι σπέρνω ένα πολύτιμο σπόρο και ότι αργά ή γρήγορα θα δικαιωθώ….» (σελ.148).
Έδεσα, 11-3-1976: «…Στη ζωή μου δεν έχω αγαπήσει τίποτα περισσότερο από την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό….» (σελ. 149).
Καβάλα , 16-3-1976: «Η κουλτούρα είναι  η τέχνη του ζην, είναι η καθημερινή ζωή….
Δεν γράφω τραγούδια για να διασκεδάσω το κοινό. Δεν με ενδιαφέρει η μουσική  που αποκοιμίζει τη μνήμη……

Η  μουσική σε συμφωνία με του στίχους πρέπει να ξυπνήσει τη σκέψη, την επιθυμία για πιο όμορφη ζωή. Γι’ αυτό η μουσική πρέπει να στηριχθεί πάνω στη μνήμη  του λαού. Να στηριχθεί στο αίμα που χύθηκε, στους νεκρούς του παρελθόντος με στόχο όχι  να σπείρουν  το μίσος αλλά την αγάπη (σελ.152-153).
 
.γ). Αγγίζουμε στο κεφάλαιο Τολέδο,(σελ. 176-82), την πνευματική συγγένεια του Θεοδωράκη με τους άλλους δυο μεγάλους Κρητικούς: Ελ Γκρέκο και   Καζαντζάκη, μέσα από  πολύ πετυχημένη επιλογή και  παράθεση αποσπασμάτων  από το έργο του Καζαντζάκη Αναφορά στον  Γκρέκο.
 
            .δ΄) ακούμε από τον ίδιο την εκτίμησή του για τη ζωή γενικά και για τη ζωή του:
 «Από τότε που άρχιζα να γυρίζω την Ελλάδα και τον κόσμο, νιώθω ότι είμαι κάποιος που σαν τον Δον Κιχώτη με το κοντάρι του χτυπάει τους ανεμόμυλους…
…για μένα η αληθινή ζωή είναι αυτή που βρίσκεται στη φαντασία μου…στα  όνειρά μου…Αν εγώ ζω αυτή τη ζωή και την απολαμβάνω, τη χαίρομαι και τη δημιουργώ, τότε νιώθω ευτυχισμένος….
Εκείνο που γεμίζει τον άνθρωπο είναι ο εσωτερικός του κόσμος. Πόσο γεμάτος είσαι με  ιδέες, με έργα , με φαντάσματα, με ομορφιές , με αυταπάτες! (σελ. 177).
 
Το δικό μου ΧΡΕΟΣ χλευάστηκε από πολλούς…
Αυτό με πονάει.. . Δεν το θέλω.
Ίσως το καλύτερο να ήταν αν έμενα έξω από όλα αυτά…
γιατί δεν μου έμεινε τίποτε πλέον….
Μόνο η μουσική μου…(σελ.178).
 
Το Στ΄ μέρος, «Μαρτυρίες», δε σχολιάζεται, δεν  παρουσιάζεται, μόνο διαβάζεται και μάλιστα προσεκτικά. Κάθε λέξη είναι βαριά στην αλήθεια, στην πληροφορία που φέρνει, στην αξιολόγηση που εκφράζει για τον άνθρωπο   και το  έργου του, για τη γενικότερη στάση του στη ζωή. 
 Και μόνο γι’ αυτά που λένε  όσοι τον γνώρισαν , όσοι  μελέτησαν τη μουσική του, όσοι παρακολούθησαν τον αγώνα του   άξιζε η ζωή του και τα βάσανά της και πρέπει  να τον κάνουν να αναιρέσει  τις σκέψεις που κάποτε έκανε για μοναξιά, γιατί  ο Μίκης βρίσκεται  στις καρδιές  του κόσμου.
 
Ο Επίλογος είναι διπλός: Ένα κείμενο του Θεοδωράκη, όπου με  ειλικρίνεια και απλότητα κάνει   μια  αναδρομή στο παρελθόν κι εκτίμηση της προσπάθειας του ,   και ένα κείμενο του Γ. Λογοθέτη  που με συγκίνηση και λυρισμό απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο  στο φίλο  Θεοδωράκη και αξιολογεί συνοπτικά και καίρια την πορεία του, αυτήν που σκιαγράφησε στο βιβλίο αυτό για να καταλήξει:
«Κάπου εκεί  είμαστε σήμερα..
Δικαιωμένος στην ψυχή του λαού σου, που με τόσο πάθος και τόση πίστη υπηρέτησες, μπορείς να νιώθεις άνετα…Άνετα θα πρέπει να νιώθουν και οι χιλιάδες νεκροί που σου ανέθεσαν  να τους εκπροσωπήσεις…γιατί έκανες ό,τι μπορούσες…περισσότερα κι από όσα σου παράγγειλαν.»
 
Το βιβλίο κλείνει  με ένα βιογραφικό σημείωμα για το Μ. Θεοδωράκη και ένα κατάλογο με τα κυριότερα έργα του, ένα σημείωμα του  ίδιου  με τίτλο: Του νεκρού αδερφού  και πληροφορίες για το DVD που συνοδεύει το βιβλίο.  
 
Γνωρίσματα αυτού του βιβλίου:
Πέρα από όσα σημείωσα στην αρχή  πρέπει να προσθέσω και τούτα
Μέσα από την αφήγηση των γεγονότων γνωρίζουμε αβίαστα,  χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια  του Γ. Λογοθέτη, τον άνθρωπο Θεοδωράκη , κατανοούμε τη στάση του εκεί που ίσως είχαμε απορίες. Και  τούτη η γνωριμία γίνεται ακόμα πιο πειστική  με την παράθεση της γνώμης των άλλων , που δεν είναι τυχαίο πως όλοι συμφωνούν.
 
Το βιβλίο αυτό είναι σημαντικό κατά την άποψή μου και για άλλα πολλά:
- Γιατί , όπως  σημείωσα αλλού, με συντομία αλλά και πληρότητα σκιαγραφεί μια ιστορική περίοδο της νεότερης Ελλάδας. 
- Γιατί είναι  μια ακόμη προσωπική μαρτυρία  για τη ζωή  του Θεοδωράκη από το 1970  μέχρι σήμερα και για την ιστορία μας.
- Γιατί είναι γραμμένο με   γνώση και αγάπη,    για το φίλο Θεοδωράκη,  αλλά και  με σεβασμό  για τον αναγνώστη, γιατί    τον αφήνει διαβάζοντας και γνωρίζοντας τον άνθρωπο, τον αγωνιστή Θεοδωράκη, να σχηματίζει μόνος  γνώμη,  μια γνώμη που την επιβεβαιώνει, και χαίρεται γι’ αυτό, όταν στις Μαρτυρίες    βλέπει και άλλους σημαντικούς   να τη  διατυπώνουν.
-Γιατί ο λόγος του είναι ωραίος, γλυκός, συχνά ο λόγος του γίνεται λυρικός,  κάτι που ενισχύεται  με την αναφορά στίχων από τα τραγούδια του Θεοδωράκη, στίχων που πολλοί σιγοτραγουδήσαμε, που πάντα μας συγκινούν.     
-Γιατί μας δίνει σε DVD  σχετικό ιστορικό υλικό της περιόδου 1940-ως τον Εμφύλιο, προϊόν  20σάχρονης έρευνας του  ίδιου του συγγραφέα.
-Γιατί είναι μια πολύ καλαίσθητη έκδοση, πλούσια και σε καλό  φωτογραφικό υλικό.
 
Στις πρώτες σελίδες, στο κεφάλαιο  Το μεγάλο ταξίδι, ο Λογοθέτης γράφει πως ο στόχος  ήταν του «να φωτίσει όσο μπορεί βαθύτερα τα αίτια της συμπεριφοράς του Έλληνα που δηλώνει ότι «Θρησκεία του  είναι η Ελλάδα!», πως η προσπάθεια ήταν δύσκολη, η ευθύνη δυσβάσταχτη  και το αποτέλεσμα το αφήνει στην κρίση του αναγνώστη. Κατά τη ταπεινή  μου γνώμη   το εγχείρημά του  πέτυχε  και μάλιστα απόλυτα και είναι έτσι όπως το ήθελε, σαν ποίημα,  σαν όνειρο ….
Και θα πρέπει  να νιώθει περήφανος  για την πρώτη κριτική  που πήρε  από έναν άνθρωπο  που δεν ξέρει να υποκρίνεται , να μασάει τα λόγια του , έναν άνθρωπο που λέει την αλήθεια  ακόμη και  αν πικραίνει,  από ένα άνθρωπο που αγαπάει και τον αγαπάει, από τον ίδιο το Μίκη  Θεοδωράκη. Είναι  μια κριτική διατυπωμένη σε ένα ζεστό γράμμα με πετυχημένους  χαρακτηρισμούς  για το πόνημα του Γ. Λογοθέτη και καταχωρίζεται πρώτο στο εισαγωγικό μέρος. Παίρνω  μερικές φράσεις του:
Δούλεψες με γνώση, σύστημα, φαντασία και προπαντός  με αγάπη…….δεν είσαι ο οποιοσδήποτε τρίτος που από απόσταση διαλέγει, κρίνει, παρουσιάζει. Είσαι  απ’ ευθείας εμπλεκόμενος…….έτσι από την άποψη αυτή  το βιβλίο σου αποτελεί ένα μέρος της πρόσφατης ιστορίας μας, της ιστορίας της πατρίδας μας…..Έναν καθρέφτη φτιάχνεις για να δουν οι Έλληνες εκεί μέσα τα πρόσωπά τους.
Σε συγχαίρω με όλη μου την καρδιά και σε ευχαριστώ.
                                                Με αγάπη,
                                                Μίκης Θεοδωράκης
 
Αυτό είναι το βιβλίο. Έδωσα μια εικόνα / σύνοψη του περιεχομένου, αλλά η αξία είναι (όπως και σε κάθε βιβλίο) στο πώς το γράφει ο συγγραφέας, στο τι αφηγείται ο ήρωάς του. Γι’ αυτό μόνο με προσωπικό διάβασμα θα το απολαύσει κανένας και πρέπει να το κάνει, γιατί είναι ένα βιβλίο αξιόλογο, για έναν άνθρωπο που, είτε συμφωνούμε είτε όχι μαζί του, είναι ξεχωριστός, έναν άνθρωπο που θέλησε και πάλεψε να αλλάξει τον κόσμο προς την ειρήνη, τη συνεργασία των λαών, τον πολιτισμό. Όπλο του η μουσική που συγκινεί και αφυπνίζει συνειδήσεις, η μουσική σε συμφωνία με τους στίχους, όπως λέει ο ίδιος.