΄Αδικη, πολύ άδικη υπήρξε, ακριβέ μας φίλε, η μοίρα. Βαριά η προσταγή της. Εκεί που όλα στη ζωή σου έδειχναν ευφορία και πληρότητα, εκεί που όλα ανέδιναν το άρωμα της χαράς και της ευτυχίας, εκεί που όλα είχαν ωριμάσει για την συγκομιδή και για νέες χαρές, για την ολοκλήρωση, έπεσε ο κεραυνός. Και μάλιστα σ΄ ένα χώρο, που σε γέμιζε, που με το μεράκι σου χαιρόσουν τη δημιουργία. Εκεί μέσα στην αγκαλιά της ανοιξιάτικης φύσης. -Απελθέτω απ΄ εμού, Κύριε, το ποτήριον τούτο, φώναξες. Αλλά δεν απήλθε. Το ήπιες ίσαμε τον πάτο. Και αποχαιρέτησες τούτον τον κόσμο με τη γνωστή σου αξιοπρέπεια και μόνος στην κρίσιμη ώρα. Ένας τρανός καημός κι αυτό για τους δικούς σου.

Κι έμειναν εμβρόντητοι απ΄ το κακό οι δικοί σου, οι συγγενείς σου, οι φίλοι σου, οι συνάδελφοι, οι μαθητές σου, ολόκληρη η Σιάτιστα.

Η Σιάτιστα που έζησες όλα τα χρόνια. Που την τίμησες  με την προσφορά σου στο σχολείο, στο δήμο και σ΄ άλλους φορείς. Με την εργατικότητα, τη συνεργασία μ΄ όλους τους παράγοντες της κοινωνίας αυτής, με την κριτική προσέγγιση κι αντιμετώπιση των πραγμάτων, με τον τίμιο και υπεύθυνο λόγο, με τις παστρικές σου αρχές, με την αίσθηση της ευθύνης του πολίτη της πόλης σου. Πάντα πνιγμένος στην ευθύνη. Το σχολείο προσωπική σου δουλειά, ο δήμος προσωπική σου δουλειά ... Δογμάτιζες μαζί με τον Τάσο Λειβαδίτη:

                        ... δεν έχεις καιρό,

                        δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου,

                        αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος....

Η Σιάτιστα που τίμησες, αλλά και σε τίμησε, σ΄ έκλαψε, σε πόνεσε, σε ξεπροβόδισε πάνδημη. Της λείπεις....

            Πληγωμένοι οι μαθητές σου από το τραγικό γεγονός, με μάτια απορημένα αναρωτιούνται τι είναι ζωή, τι είναι θάνατος. Και πόσο κοντά βρίσκονται αυτά. Πηγαίο το τρυφερό δάκρυ της αγάπης τους στη μνήμη σου.

            Πονεμένοι οι συνάδελφοί σου, όπως κι όλοι οι συνάδελφοι της Σιάτιστας, με μερικούς από τους οποίους συνεργάστηκες τριάντα χρόνια, ακούν τα βήματα σου, τον ίσιο και δίκαιο λόγο σου, το χάδι ή το ψεγάδι στους μαθητές σου χωρίς λαϊκίστικα χαïδέματα και δημαγωγίες, βλέπουν τη νοικοκυροσύνη σου και τα μαστορέματά σου, αναλογίζονται με εκλεκτή συγκίνηση τις ευαισθησίες σου.

            Θυμόμαστε την αγάπη σου για το σχολείο, τη λογική και ήρεμη δύναμή σου, τη συνέπειά σου, το ήθος σου.

            Σε βλέπουμε, ακόμη, με τον φάκελο υπό μάλης να ξεκινάς για την αίθουσα με το χτύπημα του κουδουνιού και να βγαίνεις γεμάτος σκόνη κιμωλίας. Ακούμε τη γεμάτη παλμό και ρυθμό φωνή σου στην προσπάθειά σου να περάσεις στους μαθητές σου την μαθηματική σκέψη, για να φτάσουν στην έννοια.

            Όλοι εμείς που «φιλιώσαμε» μαζί σου κρατούμε, φίλε της καρδιάς μας, θησαυρισμένα στην καρδιά μας τόσα και τόσα. Τη γλύκα του ανταμώματος, την άνεση της κουβέντας, τις όμορφες συντροφιές, την απλόχερη σου φιλοξενία, την καλοσύνη σου, τη διακριτική σου στήριξη, το γνήσιο ενδιαφέρον για τα παιδιά μας, την αγάπη σου. Κρατούμε τη λογική σου και το αίσθημα, το συναίσθημα και τον ρεαλισμό σου. Τον καθαρό και σταράτο λόγο σου, την ακριβή σου αξιοπρέπεια, την περηφάνια σου, τη λεβεντιά σου. Τη δυνατότητα να μας βλέπεις στα μάτια. Κι όλα αυτά κάνουν, ακριβέ μας φίλε, τον κόμπο μας να ανεβοκατεβαίνει και να μην καταπίνεται.

            Πανικοβλημένοι οι δικοί σου κι οι συγγενείς σου από το κακό που τους βρήκε, ζουν με τον πόνο τους. Κι όποιος τον ζει τον ξέρει. Έχασαν τον άνθρωπό τους, που για πολλά χρόνια έζησαν στα βήματα του αδερφού, του συνετού γιου, του δικού τους, του συγγενή. Από το πατρικό εργαστήρι ως το τέλος. Τον άνθρωπο που άνοιξαν την καρδιά τους, μοιράστηκαν τις σκέψεις τους, τις χαρές, τις λύπες. Ήσουν ο δικός τους. Προπάντων όμως το καμάρι τους.

            Κεραυνοβολημένοι οι δικοί σου στο σπίτι σου κι αλλοπαρμένοι στο άκουσμα της συμφοράς, εκεί που βασίλευε η χαρά, το γέλιο, το όνειρο. Η πιο πικρή τους άνοιξη. Κι ο πόνος βαθύς. Δε μετριέται, δεν κουβεντιάζεται. «Στάζει τη μέρα, στάζει τη νύχτα μνησιπήμων πόνος». Πονάνε με τη σιωπή τους, «σιγή το πάθος φέρειν». Θα ήθελαν, βέβαια, να είναι «σκληροί στη μνήμη». Ωστόσο, και να θέλουν, έστω για κάποια στιγμή, «δε βολεί να λησμονήσουν». Σε βρίσκουν σε κάθε γωνιά του σπιτιού σου. Ακούν την περπατησιά σου, τη φωνή σου. Βλέπουν τη μορφή σου, το χαμόγελό σου. Βρίσκουν τον τεχνήμονα Τρύφωνα σ΄ όλο το σπιτικό. Τη σκέψη σου, το μεράκι σου, τη μαστοριά σου. Είσαι στο καθετί. Ορίζεις το μυαλό τους και την καρδιά τους.

            Λογαριάζουν, βέβαια, το πλούσιο, ενγένει, έργο σου, την αναγνώριση και καταξίωση του προσώπου σου και γλυκαίνουν, κάπως, τον πόνο τους. Όμως πολλά είχες ακόμη να κάνεις....

            Λογαριάζουν ακόμη ότι η βούλησή σου και από το υπερπέραν θα ήταν να γίνει ο πόνος πρόκληση δημιουργική, δύναμη που ατσαλώνει. Κι αυτό θα σου ήταν η πιο μεγάλη τιμή.

            Και τώρα, ακριβέ μας φίλε, όλοι εμείς, που στεκόμαστε ανήμποροι να απαντήσουμε στο γιατί της μοίρας και αδύναμοι να μπούμε στη λογική της, ερχόμαστε σήμερα με βαριά την καρδιά και βαρύ το βήμα λογαριάζοντας και λογαριάζοντας ...

            Ερχόμαστε κοντά σου, φίλε μας αγαπημένε, με τη μορφή σου ακριβό θυμητάρι μες στην καρδιά μας. Και μ΄ ένα λυγμό αντίδωρο στη μνήμη σου και στην αγάπη σου ...

 

 

 Αλέκος Πολύζος

Θεσσαλονίκη, Μάης 2006

 

 

 

επιστροφή