Πνακι 

Στρογγυλό ξύλινο σκεύος μικρής χωρητικότητας αρκετά πλατύστομο στο μέγεθος περίπου πιάτου με καπάκι.

Σ' αυτό  ο αγρότης έπαιρνε  το φαγητό του, όταν πήγαινε για ολοήμερη δουλειά.

Ετυμολογία της λέξης

Πνακι     <πινάκι <μεσαιωνικό πινάκιν < αρχαίο πινάκιον ( = πιάτο), υποκοριστικό < πίναξ : (συνήθως από ξύλο) δίσκος, πιατέλα.

 

  Κάντε κλικ σε κάθε εικόνα που ακολουθεί για να τη δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος.

Κουφογιάννης Ελευθέριος,
φιλόλογος